ανακάτωση


ανακάτωση
η (Μ ἀνακάτωση)
1. τάση για εμετό
2. ανώμαλη κατάσταση, σύγχυση, ταραχή
3. φιλονικία, ραδιουργία
4. ανάμιξη, ταραχή τών στοιχείων τής φύσεως, μεταβολή τού καιρού προς το χειρότερο
5. σχέση ή δικαίωμα αναμίξεως σε ξένη υπόθεση, ενδιαφέρον για τα ξένα πράγματα
6. κοινωνική σχέση, συναναστροφή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. ἀνακάτωσις < ἀνακατώνω
πρβλ. ανεκάτωση.
ΠΑΡ. ανακατωσούρα, ανακατωσούρης].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανακάτωση — ανακάτωση, η και ανακατωσιά, η βλ. ανακάτεμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανακάτεψη — η η ανακάτωση*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανακατεύω. ΠΑΡ. ανακατεψιάρης] …   Dictionary of Greek

  • ανακατωσιά — η η ανακάτωση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανακατώνω. ΠΑΡ. ανακατωσιάρης] …   Dictionary of Greek

  • ανακατωσούρα — η [ανακάτωση] 1. στομαχική διαταραχή, τάση για εμετό, ναυτία 2. ανάμιξη, σύγχυση προσώπων και πραγμάτων 3. ταραχή, φιλονικία, καβγάς …   Dictionary of Greek

  • ανακατωσούρης — α, ικο [ανακάτωση] ανακατωσιάρης, ραδιούργος …   Dictionary of Greek

  • ανακατώνω — Ι. ενεργ. 1. αναδεύω, ανακινώ, αναταράζω 2. αναμιγνύω δύο ή περισσότερα πράγματα μεταξύ τους 3. μεταβάλλω τη φυσική και κανονική θέση τών πραγμάτων, επιφέρω αταξία, σύγχυση, ακαταστασία 4. προκαλώ τάση για εμετό 5. συγχέω, μπερδεύω 6. συγχύζω,… …   Dictionary of Greek

  • ανακάτεμα — το, ατος και ανακάτωμα, το ατος, και ανακατεμός, ο και ανακατωμός, ο και ανακάτεψη, η και ανακάτωση, η και ανακατωσιά, η το να ανακατεύει ή να ανακατεύεται κάποιος: Δε μου αρέσει το ανακάτεμα στα οικογενειακά των άλλων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)